Home

Λύνοντας απο το μικρό ντόκο στα Πολλώνια της Μήλου στις 12 το μεσημερι χαζεψε για τελευταια φορα γύρω του το μικρό ψαροχώρι. Ενα ωραίο διήμερο γεματο θαλασσα, εξαιρετικό φαγητο και κυκλαδίτικη ομορφιά έφτανε στο τέλος του. Θα επέστρεφε ξανα, το μέρος τον είχε γοητεύσει. 
Τα μετεωρολογικά site έδιναν καλο καιρο για τη διαδρομή των 50 μιλίων. Μπουνατσα σχεδόν παντού, εκτος απο ενα σημείο ανάμεσα στη Σεριφο και την Κυθνο όπου ο καιρος τεσσάριζε. Αποφάσισε να παρακάμψει το μπανιο στην Πολύαιγο και να παει απευθειας στην Κολωνα ετσι ώστε να μην ειναι κουρασμένος στο δρόμο. 

– Φόρα τη νιτσεραδα και το σωσίβιο σου.

– Ναι;

– Ναι.

Πλέοντας βορειοδυτικά προς Σεριφο, με τη Σιφνο ανατολικά του, ο καιρος ήταν μαγικός – μια υπέροχη νηνεμία, πραγμα σπάνιο για το Αιγαιο. Δέκα λεπτα αργοτερα η κατάσταση άλλαξε αρδην. Η γνωστή αφρισμένη θαλασσα έκανε την εμφάνιση της, απο το πουθενα, με ενα ξεκάθαρο βορεινο 5αρι. 

– Αυτη ειναι η μπουνατσα που λέγαμε;

– Τι να σου πω ρε κοριτσι μου…

Ελπιζε να μην κρατήσει πολυ, διαφορετικα θα έπρεπε να αλλαξει την πορεια του ετσι ώστε να μην εχει τον καιρο στην πλώρη – είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. 

5 λεπτα μεσα στον χαμό οι δυο βίδες που συγκρατούσαν το δεξί κομματι της τεντας ηλίου αποφάσισαν να αυτοκτόνησουν μεσοπέλαγα. Κατέβασε τη μανετα, μνημόνευσε με χείριστο τροπο πολλάκις τα θεία και ξεκίνησε να σκέφτεται τι πρεπει να κανει ενώ τα κυματα χτύπαγαν το φουσκωτό. Ο εκνευρισμός του ήταν τοσο μεγάλος που πήρε τη λάθος απόφαση. 

– Να παει να γαμηθει, θα την πετάξω στη θαλασσα;

– Τρελάθηκες; Δε θα πετάξεις την τεντα στο νερο! Κάτσε να δουμε πως θα τη δέσουμε με σχοινί!

Η ομοζυγος λειτούργησε σωστα & ψύχραιμα, ισως για πρωτη της φορα στο σκάφος. Ξεβιδωσε ολα τα κομμάτια της που μπορούσαν να τρυπήσουν τα μπαλονια, την ασφαλισαν με σχοινιά, και συνέχισαν.

Ο καιρος ξεκίνησε να χαλαρώνει και αναθάρρησαν. Ανέβασε στροφες στον κινητήρα και σύντομα είχαν καβαντζαρει τον νοτιοδυτικό καβο της Σερίφου. 

– Ελα καπετανιε… Είμαστε Σεριφο, συνεχίζω για Λουτρα. 

– Εχεις φάει λιγο καιρο ε;

– Γαμα τα, θα στα πω απο κοντα…

Πλέοντας πλέον βορειοδυτικά για Κυθνο ο καιρος και παλι ξεσπασε. 

– Αντε γαμησου, γαμω τη μανα σου, γαμημενε, δε θα ηρεμήσεις φετος ρε σκατοκαργιολο;

Λιγα μιλια πισω του τον ακολουθούσε ενα cruiser, στη μιση ταχύτητα, αλλα τουλαχιστον οι επιβαίνοντες ήταν στεγνοι. 

– Αν μη τι αλλο, εχω κάποιον κοντα μου. 

Ο καιρος συνέχιζε να φουσκώνει.

– Θανασακη, δεν πας πιο κοντα στην ακτή μωρο μου;

– Σε μιση ώρα θα είμαστε Λουτρα chubby, μην αγχωνεσαι.

Έλεγε ψέμματα συνειδητά, δεν υπήρχε περίπτωση να φτάσουν σε 30 λεπτα. Πάραυτα, για να χαλαρώσει η Χριστινα, αποφάσισε να παει προς τον Άγιο Δημήτριο και μετα να συνεχίσει κολυμπητο μεχρι τα Λουτρα. Φτάνοντας στις νότιες ακτές της Κυθνου χαλάρωσαν. 

– Κρεβατακι…

– Δε θα αφήσω τον καιρο να μου να μου γαμησει τη μερα, θα παω για μπανιο…

– Δε φτάσαμε ακομα, χαλάρωσε…

Ο βοριάς ήταν έντονος και το γεγονός του οτι τον ειχε μπροστα του έκανε το ταξιδι ολο και πιο κουραστικό. Θα έφτανε με ασφάλεια, αλλα θα ταλαιπωρούνταν. Τα ματια πλέον ήταν καρφωμένα στο Lowrance. Οι ξέρες της Καναλας και του Αγίου Στεφανου ήταν στο δρόμο του. Συνέχισε να ανεβαίνει προς Λουτρα με χαμηλή ταχύτητα. Θα μπορούσε να ανοιχτεί ανατολικά στο πέλαγος και μετα βορειοδυτικά προς τα Λουτρα ετσι ώστε να χει τον καιρο πλαγια, αλλα το μυνημα της Χριστινας ήταν σαφές. “Μεινε κοντα στις ακτές”.

30 λεπτα αργοτερα, φτάνοντας στον καβο του Αγιου Ιωάννη, ο καιρος αποφάσισε να γαμηθει εντελώς. Αντιμαμαλο απευθειας απο την κόλαση, ακανόνιστο, γεματο 6αρι που φλέρταρε με 7αρι. 

– Μην αγχωνεσαι…

– Συνέχισε γιατι θα αρχίσω να φοβάμαι…

– Αγαπη μου σε λιγο θα μαστε σπίτι…

Πανω – κατω, πάνω – κατω…

– Ρε γαμημενε, μεχρι τελευταια στιγμη θα μας ζαλίζεις τα αρχιδια;

Βλέποντας πλέον τα Λουτρα ησύχασε. Έστριψε την πλώρη του δυτικα και σέρφαρε το 6αρι. 

– Δες… Οταν τον εχεις στο πλάι πας πιο εύκολα και με μεγαλύτερη ταχύτητα.

Έδεσε πάνω σε μια ψαρόβαρκα στο λιμανι και ξεφόρτωσε ολα τα πραγματα με τον Φανη. Ήταν πτωμα. 3 ωρες και 15 λεπτα στο νερο. Αθήνα – Λάρισα. Καθώς τα μετέφεραν στο αυτοκίνητο, ο ιδιοκτήτης της ψαροβαρκας ηρθε να κανει τα παράπονα του.

– Εσυ εισαι που μένεις στο Σχοιναρι;

– Ναι.

– Ρε φιλε, μη δένεις πάνω μου, αφήνουν χρωμα τα μπαλονια σου στα δικα μου, ειδα και έπαθα να τα καθαρίσω πριν ενα μηνα. Κανουν €25 το ενα. 

– Και που να δέσω;

– Εμενα ρωτάς;

Τον κοίταξε, τον ζύγισε, δε μίλησε, ήταν κουρασμένος. Η ερώτηση ήταν λάθος εξ’ αρχης, και έστω κι αν ο αλλος ειχε δικιο, η αγένεια του κάτσε καπως. Την επομενη φορα θα τον ξαπλωνε στο τσιμέντο.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s