Home

Το ξυπνητήρι χτύπησε στις 8.10. Άνοιξε τα ματια του, κοίταξε πισω απο τις γρίλιες τη θαλασσα και άκουσε την ένταση του αέρα – ήταν χαλαρός. Σηκώθηκε, η Χριστινα είχε απλωθεί σε ολο το κρεβάτι εκτοπίζοντας τον στη γωνία, άνοιξε ήσυχα την πόρτα και βγήκε απο το δωμάτιο. Κατέβηκε ξυπολητος τα σκαλιά, άνοιξε διάπλατα τις πόρτες και άναψε τον βραστήρα για να φτιάξει εναν γρήγορο Νες, ενώ ο σκυλος τον κοίταζε νυσταγμένα. Ήπιε πέντε γουλιές απο τον καφε του κοιτάζοντας την Αγ. Ειρήνη, έβαλε τα γυαλιά του, και – ημίγυμνος – εβγαλε βόλτα τη μαυρη. Ο σκυλος, ακομα νυσταγμένος, προχωρούσε αργα, νωχελικά, κατω απο τον ζεστό κυκλαδίτικο ήλιο. Επέστρεψε γρήγορα στο σπίτι και ετοίμασε το σακίδιο του – λιγα πραγματα, βασικά, τα υπόλοιπα θα επέστρεφαν στην Αθήνα το απογευμα με το πλοιο. Διπλοτσεκαρε πως είχε οτι χρειαζόταν και εκλεισε την πόρτα πισω του. Κατέβηκε το μονοπάτι με τον σκυλο λυτό να προπορεύεται, έφτασε στο λιμανι. Ήταν δεμένος πάνω σε ενα καΐκι, ενώ μπροστα του υπήρχε ενα ιστιοπλοϊκό με τρεις Ελληνες που απολάμβαναν τον πρωινο καφε τους. 
– Καλημερα!

– Καλημερα!

– Θα με βοηθήσετε να λυσω;

– Βεβαίως!
Βγήκε απο το λιμανι πλέοντας με 5 κόμβους. Μάζεψε τα σχοινιά και τα μπαλονια, πετώντας τα στο πλωριο ταμπουκι, φόρεσε το σωσίβιο. Όσο σίγουρος και αν ένιωθε στο νερο, παντα φορούσε σωσίβιο οταν ταξίδευε μόνος, με το engine stop περασμένο στο ποδι του. Ο νοτιοδυτικος άνεμος δεν τον επηρέαζε και ετσι έφτασε γρήγορα στον Κατακεφαλο. Κατευθυνόμενος προς την βορειοανατολική πλευρα της Τζιας ανοίχτηκε στο πέλαγος – ανατολικά η Συρος, βορειοανατολικά η Ανδρος. Ενα γεματο τεσσάρι έκανε σύντομα την εμφάνιση του. Του αρεσε η ένταση στο νερο αλλα σημερα ένιωθε περίεργα μόνος – είχε ενα σφίξιμο στο στήθος. Προς στιγμην αγριευτηκε, κατέβασε τη μανετα, ήπιε λιγο κρυο νερο, κατι μουρμούρισε στον εαυτο του και ξαναξεκινησε. Ο ηλιος έπαιζε με το νερο. Αριστερα του η θαλασσα φαινόταν αγριεμένη ενώ δεξια του ήρεμη. Κοίταξε τη φορα του αέρα να διαγράφεται στο νερο. Ξεκάθαρος πλέον Γαρμπής. “Αν γινει μαλακια το πολυ-πολυ να βγω στην Άνδρο”! Γέλασε. Περνώντας διπλα απο το Σπαθί και καβαντζαροντας την Ανατολική πλευρα της Κεας ο καιρος ηρέμησε. Έπιασε το κινητο του και εβγαλε μια φωτογραφία της πρυμνης, ενώ είδε πως είχε δυο κλήσεις – μια απο τη Χριστινα και μια απο τον μηχανικό του. Ανέβασε τις στροφες στις 5200 και συνέχισε.
Αφήνοντας πισω του τη Τζια, η πλώρη έβλεπε τον βόρειο καβο της Μακρονήσου. Σκεφτόταν να κανει μια βουτια στο Βαθύ Αυλάκι πριν επιστρέψει στο Λαυριο. Ο αερας άλλαξε σε βοριά, τον γνωστό βοριά του Καβο Ντόρο που κάθε τόσο του άλλαζε τα πλάνα. Πουτανα Αιγαιο – έριξε στροφες και ξεκίνησε να τραγουδάει ενα τραγουδι της Γλυκεριας “με μπουνατσες και μποφορια, ταξιδεύουν τα βαποριαααααα…”. 
Φτάνοντας στο Βαθύ Αυλάκι παρατήρησε πως ο καιρος είχε γυρίσει σε Λεβαντη. “Αντε γαμησου ρε μλκ, πλακα κανεις”; Δεν είχε κοιμηθεί αρκετα και βαριόταν να μείνει σε παραλια που κουνάει οποτε αποφάσισε να παει σε μια μικρη, δυτική παραλια του νησιού για λιγο. Περνώντας τον βόρειο καβο το αντιμαμαλο ήταν κουραστικό. Ενα ψαράδικο και αλλο ενα φουσκωτό ήταν πάνω απο το ναυάγιο, τους λυπήθηκε. Με νοτια πορεια πλέον προς τη μικρη παραλια, ο καιρος γύρισε σε νοτια. “Δεν ειναι δυνατόν”!!!! Η απόφαση ήταν εύκολη, καρφί για Λαυριο. 
– Καλημερα Χρησταρα…

– Ελα Θανασακο!

– Θα έρθεις να με βγάλεις;

– Πως και ήρθες τοσο νωρίς;

– Θα στα πω απο κοντα. 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s